Close

Δεν είστε ακόμα μέλος; Εγγραφείτε τώρα!

lock and key

Συνδεθείτε εδώ:

Σύνδεση

Ξεχάσατε τον κωδικό;

Ο κολοσσός που θέλει να ελέγξει την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων.

Παγκόσμιο γενετικό πείραμα; Έλεγχος της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων και κατ’ επέκταση ολόκληρης της ανθρωπότητας; Ή απλώς μια πολυεθνική εταιρία που ξέρει να κινείται καλά στις παρυφές της εξουσίας; Η εταιρία παραγωγής γενετικά μεταλλαγμένων οργανισμών Monsanto είναι ίσως από τις λίγες εταιρίες που η δράση τους έχει ξεσηκώσει εκατομμύρια διαμαρτυρίες ανά τον κόσμο.

Μετρώντας ήδη πάνω από 110 χρόνια ζωής, ο αμερικανοεβραϊκός κολοσσός έχει κατορθώσει να κρατά τα ηνία στον χώρο των εταιριών παραγωγής γενετικά τροποποιημένων οργανισμών παγκοσμίως. Με 17.500 και πλέον υπαλλήλους και με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 12 δισ. δολάρια, δείχνει να μην έχει επηρεαστεί διόλου από τη διεθνή οικονομική κρίση.
Η λειτουργία της θυμίζει καλοστημένο σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Με τη μόνη διαφορά ότι το σενάριο περιλαμβάνει τα πάντα: Χρήμα, επιρροή, εξουσία, πολιτικές πιέσεις, διαφθορά, χρηματισμό και μια αίσθηση σιδερένιας πυγμής στις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο. Η εταιρία διαθέτει ενεργή παρουσία και στη χώρα μας. H δραστηριότητά της αφορά κυρίως τον χώρο του φυτοφαρμάκου, μέσω της διάθεσης και της εμπορίας του ζιζανιοκτόνου Roundup. Πρόκειται για ένα από τα πιο διαδεδομένα ζιζανιοκτόνα, το οποίο χρησιμοποιείται στην ελληνική γη τα τελευταία χρόνια και το οποίο έχει δεχτεί ουκ ολίγες φορές κριτική, αναφορικά με πιθανές παρενέργειες στον ανθρώπινο οργανισμό.
Αν και η παρουσία της εταιρίας είναι διακριτική, παραμένει πιστή στις επιταγές της μητρικής εταιρίας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Kατά το παρελθόν έχει προσπαθήσει αρκετές φορές να επηρεάσει τη στάση της χώρας σε κρίσιμες ψηφοφορίες στην ΕΕ που αφορούν τα μεταλλαγμένα. Καλά γνωρίζοντες του παρασκηνίου θυμούνται τα στελέχη της Monsanto σε αλλεπάλληλα ραντεβού με υπουργούς, προκειμένου να μεταφέρουν τις επιθυμίες της εταιρίας. Και όσο για τις πιέσεις που ασκούνταν, αυτές χαρακτηρίζονταν ως αφόρητες, καθώς πολλές φορές επιστρατεύονταν υψηλές γνωριμίες και δαιδαλώδεις φιλίες από την αμερικανική πολιτική σκηνή.

 

 

Δούρειος ίππος η μεταλλαγμένη σόγια

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων προϊόντων απαγορεύεται βάσει της ελληνικής νομοθεσίας. Ο δούρειος ίππος ωστόσο για την είσοδο της Monsanto και άλλων εταιριών βιοτεχνολογίας είναι η εισαγωγή κάθε χρόνο χιλιάδων τόνων μεταλλαγμένης σόγιας, η οποία σε πρώτη όψη φαντάζει εντελώς αθώα.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, μόνο το 2011 η χώρα μας εισήγαγε περί τους 571.000 τόνους σόγιας. Από αυτούς, το 70%, δηλαδή περί τους 400.000 τόνους, αποτελούσαν μεταλλαγμένη σόγια, της οποίας οι σπόροι ελέγχονται από παγκόσμιους κολοσσούς βιοτεχνολογίας, με τη μερίδα του λέοντος να κατέχει η Monsanto.
Η μεταλλαγμένη σόγια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην κτηνοτροφία και κυρίως στην εκτροφή πουλερικών και χοιρινών. Λόγω της υψηλής της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, που μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 40%, γίνεται ανάρπαστη τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από μεγάλες εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων.
Μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και συσκευασία γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς επίσης και εγχώριες εταιρίες πουλερικών, χρησιμοποιούν, σύμφωνα με στοιχεία της Greenpeace, μεταλλαγμένη σόγια αφειδώς στην εκτροφή των ζωοειδών. Ο κίνδυνος όμως παραμονεύει. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η Monsanto λειτουργεί αθόρυβα αλλά μεθοδικά, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.
Το πρόβλημα είναι διττό και αφορά κυρίως τον έλεγχο της παραγωγής τροφίμων. Κάτι που η μητρική Monsanto προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να καταφέρει. Από τη μία, ανυποψίαστοι αγρότες προμηθεύονται μεταλλαγμένους σπόρους για καλλιέργεια από την εταιρία, οι οποίοι υπόσχονται υψηλές αποδόσεις. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά, ο αγρότης, εφόσον επιθυμεί να καλλιεργήσει ξανά τον ίδιο σπόρο, θα πρέπει να τον προμηθευτεί αποκλειστικά από την εταιρία, καθώς η διάρκεια ζωής του σπόρου είναι μονοετής εκ κατασκευής του.

Στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, μόνο το 2011 η χώρα μας εισήγαγε περί τους 571.000 τόνους σόγιας. Από αυτούς, το 70%, δηλαδή περί τους 400.000 τόνους, αποτελούσαν μεταλλαγμένη σόγια, της οποίας οι σπόροι ελέγχονται από παγκόσμιους κολοσσούς βιοτεχνολογίας, με τη μερίδα του λέοντος να κατέχει η Monsanto.
Η μεταλλαγμένη σόγια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην κτηνοτροφία και κυρίως στην εκτροφή πουλερικών και χοιρινών. Λόγω της υψηλής της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, που μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 40%, γίνεται ανάρπαστη τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από μεγάλες εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων.
Μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και συσκευασία γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς επίσης και εγχώριες εταιρίες πουλερικών, χρησιμοποιούν, σύμφωνα με στοιχεία της Greenpeace, μεταλλαγμένη σόγια αφειδώς στην εκτροφή των ζωοειδών. Ο κίνδυνος όμως παραμονεύει. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η Monsanto λειτουργεί αθόρυβα αλλά μεθοδικά, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.
Το πρόβλημα είναι διττό και αφορά κυρίως τον έλεγχο της παραγωγής τροφίμων. Κάτι που η μητρική Monsanto προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να καταφέρει. Από τη μία, ανυποψίαστοι αγρότες προμηθεύονται μεταλλαγμένους σπόρους για καλλιέργεια από την εταιρία, οι οποίοι υπόσχονται υψηλές αποδόσεις. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά, ο αγρότης, εφόσον επιθυμεί να καλλιεργήσει ξανά τον ίδιο σπόρο, θα πρέπει να τον προμηθευτεί αποκλειστικά από την εταιρία, καθώς η διάρκεια ζωής του σπόρου είναι μονοετής εκ κατασκευής του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ με ψήφισμά της έχει ταχθεί ανοιχτά κατά της εξάπλωσης των μεταλλαγμένων οργανισμών από το 2007 και ανθίσταται σε κάθε προσπάθεια εισόδου των μεταλλαγμένων στη χώρα μας.
Και αυτό λόγω «της αβεβαιότητας και της ασάφειας των επιστημονικών πειραμάτων και ερευνών, που μέχρι σήμερα δεν μπορούν να εγγυηθούν την υγιεινή διατροφή των καταναλωτών, ούτε είναι φυσικά δυνατό να ελεγχθεί η χρήση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων που δεν προορίζονται για ανθρώπινη χρήση».
Είναι χαρακτηριστικό ότι , τον Φεβρουάριο του 2002, η Αμερικανική Εθνική Ακαδημία Επιστημών κατέληξε στο συμπέρασμα πως η κυκλοφορία των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στην Αμερική διέπεται από ανακολουθίες. Λίγο πιο πριν είχε διαπιστωθεί ότι καλαμπόκι μη εγκεκριμένο για ανθρώπινη χρήση είχε χρησιμοποιηθεί σε πολλά τρόφιμα, με αποτέλεσμα περισσότερες από 300 εταιρίες παραγωγής τροφίμων να αναγκαστούν να αποσύρουν τα είδη τους από τα αμερικανικά καταστήματα λιανικής πώλησης.
Επιπλέον, οικολογικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα η Greenpeace, και χιλιάδες πολίτες έχουν ζητήσει από τις εγχώριες κτηνοτροφικές μονάδες και τις εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων να αλλάξουν πολιτική σε ό,τι αφορά το θέμα της σόγιας και να στραφούν σε εγχώρια προϊόντα, όπως για παράδειγμα το κουκί, το ρεβίθι, το μπιζέλι και το λούπινο. Τα προϊόντα αυτά, εκτός του γεγονότος ότι είναι ελληνικά, έχουν και πολύ χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την εισαγόμενη σόγια. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ με ψήφισμά της έχει ταχθεί ανοιχτά κατά της εξάπλωσης των μεταλλαγμένων οργανισμών από το 2007 και ανθίσταται σε κάθε προσπάθεια εισόδου των μεταλλαγμένων στη χώρα μας.
Και αυτό λόγω «της αβεβαιότητας και της ασάφειας των επιστημονικών πειραμάτων και ερευνών, που μέχρι σήμερα δεν μπορούν να εγγυηθούν την υγιεινή διατροφή των καταναλωτών, ούτε είναι φυσικά δυνατό να ελεγχθεί η χρήση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων που δεν προορίζονται για ανθρώπινη χρήση».
Είναι χαρακτηριστικό ότι , τον Φεβρουάριο του 2002, η Αμερικανική Εθνική Ακαδημία Επιστημών κατέληξε στο συμπέρασμα πως η κυκλοφορία των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στην Αμερική διέπεται από ανακολουθίες. Λίγο πιο πριν είχε διαπιστωθεί ότι καλαμπόκι μη εγκεκριμένο για ανθρώπινη χρήση είχε χρησιμοποιηθεί σε πολλά τρόφιμα, με αποτέλεσμα περισσότερες από 300 εταιρίες παραγωγής τροφίμων να αναγκαστούν να αποσύρουν τα είδη τους από τα αμερικανικά καταστήματα λιανικής πώλησης.
Επιπλέον, οικολογικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα η Greenpeace, και χιλιάδες πολίτες έχουν ζητήσει από τις εγχώριες κτηνοτροφικές μονάδες και τις εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων να αλλάξουν πολιτική σε ό,τι αφορά το θέμα της σόγιας και να στραφούν σε εγχώρια προϊόντα, όπως για παράδειγμα το κουκί, το ρεβίθι, το μπιζέλι και το λούπινο. Τα προϊόντα αυτά, εκτός του γεγονότος ότι είναι ελληνικά, έχουν και πολύ χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την εισαγόμενη σόγια.

 

 

Το παρόν άρθρο, αναδημοσιεύεται τμηματικώς από την ηλεκτρονική έκδοση του ιστότοπου hotdoc.gr

 

 


Αφήστε Σχόλιο